H πολιτική υπεροχή του Κ.Μητσοτάκη δεν είναι εικόνα της στιγμής

zoupis zaxarias

του Ζαχαρία Ζούπη

Oι δημοσκόποι όταν παρουσιάζουμε τα αποτελέσματα μιας έρευνας , συχνά σημειώνουμε ότι πρόκειται για μια εικόνα της στιγμής. Σωστό. Ωστόσο, όταν έχεις την ίδια καθαρή εικόνα επί δεκαέξι έρευνες που αναδεικνύουν ένα Πρωθυπουργό πανίσχυρο, ακόμα και όταν επικρατεί βαρύ κοινωνικό κλίμα λόγω της πανδημίας και όλων των συνεπακόλουθων, πόσο εικόνα της στιγμής μπορεί να είναι; Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίζεται στην τελευταία έρευνα της OPINION POLL με αποδοχή ως Πρωθυπουργός της τάξης του 61%, όταν την ίδια στιγμή η Κυβέρνησή του παρουσιάζει φθορές, ακόμα και αν το 45% ως αποδοχή του κυβερνητικού έργου ενάμιση χρόνο μετά την θητεία της μέσα σε πολύ ιδιαίτερες και δύσκολες συνθήκες , δεν είναι και μικρό. Ωστόσο 16% διαφορά ανάμεσα στην αποδοχή του Πρωθυπουργού και του Κυβερνητικού έργου είναι διαφορά που προσδίδει άλλα χαρακτηριστικά στην ηγεσία και Πρωθυπουργία Κ. Μητσοτάκη.

Ο Κ. Μητσοτάκης «παίζοντας» χωρίς αντίπαλο συγκεντρώνει θετικές απόψεις από το 92% των ψηφοφόρων της Ν.Δ , αλλά και το 82.8% του ΚΙΝΑΛ, το 72.4% της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ και περίπου το ένα τρίτο των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, του Κ.Κ.Ε και του ΜΕΡΑ 25. Έχει διεισδύσει έντονα και καταλυτικά στον χώρο του Κέντρου, ακόμα και της Κεντροαριστεράς. Δεν προέκυψε αιφνιδίως αυτό το πολιτικό αποτέλεσμα – φαινόμενο. Μετά από μια θυελλώδη δεκαετία και ιδιαίτερα μετά από την καταδικασμένη από την λαϊκή βούληση διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ η κοινωνία επέλεξε άλλη πορεία. Οι εκλογές του Ιουλίου του 2019 δεν σηματοδότησαν μια απλή αλλαγή στην Κυβερνητική εξουσία. Απηυδισμένοι οι πολίτες από τον δίχως όρια λαϊκισμό, από τα μεγάλα λόγια , από τον φανατικό πολιτικό λόγο έκαναν μια βαθύτερη στροφή επιλογών, προτεραιοτήτων , προτύπων. Αυτό εξέφρασε ο Κ. Μητσοτάκης ο οποίος ενσάρκωσε την ανάγκη για επιστροφή στην κανονικότητα, την ανάγκη να αλλάξουν στερεότυπα και να προωθηθούν μεταρρυθμίσεις, για σιγουριά. Το εκλογικό αποτέλεσμα ανέδειξε την επιλογή για νέα πορεία που θα αποβάλει και τις τελευταίες παθογένειες της Μεταπολίτευσης

Φαίνεται ότι αυτό δεν άλλαξε και στην περίοδο που η πανδημία τα άλλαξε όλα. Τα γεγονότα στον Έβρο και το χαστούκι στον Ερντογάν, η επιτυχία στην αντιμετώπιση ιδιαίτερα του πρώτου κύματος του κορωνοιού, η στήριξη της Οικονομίας αύξησαν το πολιτικό του κεφάλαιο. Όσο δε η Αντιπολίτευση απλά «πυροβολεί» και δείχνει να επιστρέφει σε ακρότητες , απλά ενισχύουν το προφίλ του Πρωθυπουργού. Ο Κ. Μητσοτάκης θεωρείται από μια μεγάλη πλειοψηφία ότι έχει σχέδιο, ότι είναι αποτελεσματικός , ότι έχει επάρκεια να χειρίζεται ακόμα και κρίσεις , ότι βρίσκεται κοντά στα προβλήματα των πολιτών, ότι είναι σύγχρονος πολιτικός. Αυτά τα χαρακτηριστικά του επιτρέπουν να απευθύνεται και να πείθει τα πιο διαφορετικά κομματικά ακροατήρια και αυτό είναι πολύ σημαντικό και δεν έχει εμφανιστεί και σε πολλούς Πρωθυπουργούς που κατά τα άλλα μπορεί να είχαν κύρος και επιτυχημένες πορείες . Η φτώχεια ιδεών , προτάσεων των υπολοίπων αρχηγών των κομμάτων, ο έρπων λαϊκισμός, το άγχος αντιπολιτευτικών τακτικών που δεν πείθουν ούτε τους ψηφοφόρους των κομμάτων της αντιπολίτευσης, τον αναδεικνύουν ακόμα περισσότερο ως μοναδική λύση σ΄αυτή την συγκυρία.

Αλλάζει άραγε αυτή η εικόνα, αυτή η κατάσταση; Θα προϋπόθετε πριν απ΄όλα, ότι κάποιος Πολιτικός Αρχηγός, κάποιο κόμμα θα διεκδικούσε τον χώρο του Κέντρου από θέσεις μεταρρυθμιστικές. Αυτή την στιγμή δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται αμήχανος εν μέσω παραλυτικών ισορροπιών που μέχρι στιγμής τον οδηγούν σε μια κλασσική λαϊκίστικη αντιπολιτευτική τακτική που γίνεται αποδεκτή από το 10%-13% της κοινής γνώμης. Δείχνει αδύναμος – τουλάχιστον αυτή την ώρα – να κάνει εκείνες τις βαθιές αλλαγές που θα του επιτρέψουν να διεκδικήσει τον χώρο του Κέντρου. Δεν διαθέτει εναλλακτική πρόταση.

Ωστόσο, η έκπληξη της περιόδου είναι το ΚΙΝΑΛ το οποίο προφανώς το τελευταίο διάστημα μοιάζει να ανταγωνίζεται τον ΣΥΡΙΖΑ σε σκληρή αντιπολίτευση, κενό ουσίας και περιεχομένου, ακόμα και δόσεις λαϊκισμού. Πρόκειται για επιχείρηση αυτοκτονία για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, γιατί πάνω από τους δύο στους τρεις ψηφοφόρους του ΚΙΝΑΛ συμφωνεί με την κυβερνητική πολιτική σε διάφορους τομείς και βέβαια δέχεται θετικά την παρουσία του Κ. Μητσοτάκη. Δεύτερο, γιατί από την άλλη το τμήμα των ψηφοφόρων του που θα επέλεγε μια λαϊκίστικη στροφή επειδή έτσι αντιλαμβάνεται μια δήθεν αριστερή ή προοδευτική πολιτική , θα μπορούσε πιο εύκολα να επιλέξει τον ΣΥΡΙΖΑ που συνεχίζει παρά τις απώλειες να είναι ένα μεγάλο κόμμα και εν πάση περιπτώσει εκφράζει πιο αυθεντικά μια τέτοια αντίληψη.

Αυτή η στροφή της σημερινής ηγεσίας δηλαδή οδηγεί στα βράχια το ΚΙΝΑΛ. Ας αναλογιστούμε τι σημαίνει, ότι σύμφωνα με την έρευνα , την στιγμή που το 66.7% των ψηφοφόρων του ΚΙΝΑΛ επιλέγει μια συνεργασία Ν.Δ- ΚΙΝΑΛ αν υπήρχε ανάγκη, μόνο το 3.2% επιλέγει μια αντίστοιχη συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ! Τι σημαίνει αυτό; Ότι στρέφοντας το πλοίο προς μια ψευτοαριστερή κατεύθυνση , σπρώχνεις τον κόσμο σου στον Κ. Μητσοτάκη. Μόνο με ένα εναλλακτικό πολιτικό λόγο που θα ασκούσε κριτική στην Κυβέρνηση από θέσεις μεταρρυθμιστικές, θα μπορούσε το ΚΙΝΑΛ να αποκτά ουσιαστικό ρόλο και λόγο . Η ηγεσία του όμως δεν το αντιλαμβάνεται και όχι μόνο αυτό. Δείχνει να θέλει να περιχαρακώσει ένα χώρο , να δημιουργήσει ένα ΚΚΕ του Κέντρου υπό τον έλεγχό της. Από αυτή την οπτική μπορεί να εξηγηθεί και η αιφνιδιαστική αλλαγή του Ανδρέα Λοβέρδου από την θέση του Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου. Πρόκειται για κίνηση που εκπέμπει αυτό το μήνυμα αλλά και ένα αντιδημοκρατικό ετσιθελισμό, αφού ο Α. Λοβέρδος πέραν του γεγονότος ότι είναι ένα ικανό, δυναμικό στέλεχος που κυνηγήθηκε από την γνωστή σκευωρία, είναι γνωστό ότι θα διεκδικήσει την ηγεσία του ΚΙΝΑΛ και μάλιστα στην έρευνα της OPINION POLL τον Νοέμβριο ερχόταν πρώτος στις προτιμήσεις της κοινής γνώμης. Με αυτά τα σκεπτικά και τέτοιου είδους ασκήσεις επίδειξης μιας ηγεσίας, πώς να μπορέσει να διεκδικήσει τον χώρο του Κέντρου το ΚΙΝΑΛ;

Μ΄αυτές τις συνθήκες, μόνο αν αυτοκτονήσει με τραγικά λάθη ή επιδείξει αλλαγή πλεύσης μπορεί να χάσει αυτή την υπεροχή ο Κ. Μητσοτάκης στο ορατό μέλλον.

Pin It